Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Κολάζ


Τι κοινό μπορεί να έχει ο Χαρούκι Μουρακάμι και συγκεκριμένα το "Σπούτνικ αγαπημένη" με ένα τριήμερο στη Ρόδο, έναν... καμένο ταξιτζή, έναν απίθανο ζωγράφο και έναν ατελέσφορο αποχαιρετισμό;

27-2-2012. Καθαρά Δευτέρα. Μόνος στο αεροδρόμιο της Ρόδου περιμένοντας την πτήση μου για Θεσσαλονίκη. Έξω βρέχει καταρρακτωδώς, κι αυτή η βροχή με τον καταραμένο ήχο και την καταθλιπτική εικόνα της μοιάζει να επιβαρύνει ad hoc τη βαριά καρδιά μου. Εκείνη μ' έχει αποχαιρετήσει ακόμη μια φορά κι εγώ νιώθω άδειος, κενός, δίχως νόημα, δίχως ύπαρξη, όπως ένα κρύο όπλο δίχως σφαίρες στη θαλάμη του. Ο ουρανός είναι μουντός, τα σύννεφα κινούνται με πολύ μεγάλη ταχύτητα κι εγώ είμαι εδώ και τα κοιτάζω επίμονα. Διαβάζω τη Σπούτνικ του Μουρακάμι. Σηκώνω το βλέμμα από το βιβλίο και τη βλέπω να με κοιτάζει επίμονα από τον αεροδιάδρομο, μέσα στη βροχή. Το πρόσωπό της καθησυχαστικό και ήρεμο είναι σαν να μου αποκαλύπτει ότι όλα τα πολύπλοκα μ' έναν μαγικό τρόπο πρόκειται να απλοποιηθούν. Πόσο δυσκολεύομαι να την πιστέψω...

Είχε προηγηθεί ένα τριήμερο στη Ρόδο με άσκοπες περιηγήσεις στην άδεια παλιά πόλη, ψάχνοντας τον τοπικό κινηματογράφο για να βρούμε τις ώρες προβολής του φιλμ που δεν θα βλέπαμε ποτέ. Ένα τριήμερο λουσμένο στον ήλιο και στα χαχανητά μας που αντηχούσαν στα δρομάκια του νησιού που τον χειμώνα μοιάζει να είναι το φάντασμα της Ρόδου. Η αλήθεια είναι ότι το φάντασμα μου αρέσει περισσότερο από το έκτρωμα της πολύβουης θερινής πραγματικότητας…

Πριν βγούμε το βράδυ, μέναμε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και χαζεύαμε τα προγράμματα των τοπικών καναλιών. Ώσπου αντικρίσαμε στην οθόνη μας τον ζωγράφο με την πλούσια μαύρη φουντωτή κόμη. Μας μαγνήτισε. Ο ζωγράφος από την Κάρπαθο ζούσε στη Ρόδο φιλοτεχνώντας τα πορτρέτα ντόπιων, περαστικών και τουριστών. Έδινε συνέντευξη, λοιπόν, την ώρα που ζωγράφιζε ένα ξανθό παιδάκι από φωτογραφία που του έδωσε η μητέρα του. Ανέλυε πόση ώρα του έπαιρνε για να κάνει έναν πίνακα, τις δυσκολίες της δουλειάς και τα συναφή, όταν το αυτί μας πήρε τη μητέρα του ξανθού αγγέλου που βρισκόταν στην πλάτη του ζωγράφου να διαμαρτύρεται αγγλιστί ότι ο ζωγραφικός πίνακας δεν είχε καμία σχέση με τη φωτογραφία του παιδιού. Τα χαχανητά μας σίγουρα ακουστήκαν και στους έξι ορόφους του ξενοδοχείου…

Η ώρα του αποχαιρετισμού είναι σαν ένα τεράστιο απειλητικό ζώο που ρίχνει τη βαριά σκιά του επάνω μας. Κάναμε τσεκ άουτ και περιμέναμε να έλθει το ταξί για να μας οδηγήσει στον ναό των τελευταίων δύο χρόνων μας: το αεροδρόμιο. Το ταξί έφτασε άμεσα, αλλά όταν το κοίταξα καλύτερα αντιλήφθηκα ότι το δεξί του μπροστινό φανάρι ήταν σπασμένο.

Ο ταξιτζής ήταν ένα άτομο που με μεγάλη δυσκολία μπορούσες να συνεννοηθείς μαζί του διότι ο λαιμός του ήταν εντελώς κλεισμένος. Εκείνη, με τη συνηθισμένη περιπαιχτική της διάθεση, τον ρώτησε, προσδίδοντας έναν σοβαρό και ειλικρινή τόνο στη φωνή της, αν ο λαιμός του έκλεισε εξαιτίας κάποιου γλεντιού. Ήταν η ερώτηση κλειδί. Ήταν η φράση που άνοιξε τον ασκό του Αιόλου. Ο ταξιτζής παρ' όλη την αδυναμία του να μιλήσει, άρχισε να μας εξιστορεί πώς την προηγούμενη μέρα ενεπλάκη σε τροχαίο με μια φοιτήτρια (υπ’ ευθύνη της φυσικά) – έτσι εξηγείται και το σπασμένο φανάρι – πώς του ζητά χρήματα για να αποκαταστήσει τις ζημιές που προκλήθηκαν στο μικρό της αμάξι, πώς χώρισε από την τεμπέλα γυναίκα του έπειτα από 25 χρόνια γάμου (ίσως και περισσότερα, δεν θυμάμαι), πώς βρήκε επιτέλους την αγάπη και τη συναισθηματική κάλυψη στη ζεστή αγκαλιά μιας Ρουμάνας, πώς μιλά τέσσερις ξένες γλώσσες, πώς αδυνατεί πλέον να δώσει χαρτζιλίκι στα παιδιά του λόγω οικονομικής κρίσης… Το σκηνικό που έχει στηθεί μέσα στο ταξί από την ώρα της αναχώρησης έως και την ώρα της άφιξης στο αεροδρόμιο είναι εξόχως σουρεαλιστικό, κι εμείς οι δυο δείχνουμε να ξεχνούμε το βάρος μας και συμμετέχουμε σ’ αυτό με όλη μας την ψυχή…

Το αεροπλάνο απογειώνεται με τις στάλες της βροχής να σχηματίζουν μικρά ακανόνιστα ρυάκια στο παράθυρο και στο πρόσωπό μου… Ο ήρωας του Μουρακάμι έχει φτάσει στο νησί και κοιτάζει το λαμπερό ροδίτικο τοπίο που ξετυλίγεται μπροστά του...

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

Νέα ανεξάρτητη σουρεαλιστική εικαστική παρέμβαση



Το προηγούμενο ποστάρισμα αναφέρεται σε μια ανεξάρτητη σουρεαλιστική εικαστική παρέμβαση εν μέσω δρόμου στην οποία έτυχε-έκατσε να είμαι αυτόπτης μάρτυρας. Ξέρεις σαν όλους εκείνους τους ανόητους που πέφτουν από τα σύννεφα. Αν διάβασες το ποστ θα κατάλαβες ότι όχι μόνο από τα σύννεφα δεν έπεσα, αλλά αντίθετα ανέβηκα στα ζουμερά αυτά λευκά βαμβακερά κρεατοσφαιρίδια από τη χαρά μου και συνάμα συγκίνησή μου (καμία σχέση με χαρμολύπη) που είδα αυτόν τον άνθρωπο-όνειρο επί τω ανθρωπάρεστο έργω.
Τις προάλλες, λοιπόν, η ειμαρμένη, η τυχαιότητα, η συμπαντική ατέλεια (βάφτισέ τη όπως θες) έφερε στον δρόμο μου ακόμη έναν άξιο απόγονο όλων των απανταχού σουρεαλιστών, υπορεαλιστών, παραρεαλιστών, ενστικτορεαλιστών και δε συμμαζεύεται, ζώντων τε και τεθνεώτων. Και αυτή τη φορά ο τύπος δεν ήταν έξω από το λεωφορείο. Αυτή τη φορά ήταν μέσα στο λεωφορείο. Περιγράφω τη σκηνή [την οποία μπορεί να επιβεβαιώσει και η Χ. που ήταν μαζί μου (για όποιον κακόβουλο και άπιστο Θωμά διατηρεί επιφυλάξεις)]. Ετοιμάζομαι μαζί με τη Χ. να κατέβουμε από το λεωφορείο. Έχουμε πατήσει το κίτρινο κουμπί, όταν από την πλώρη του λεωφορείου βλέπουμε έναν άνθρωπο να κατευθύνεται προς το μέρος μας μέσω του διαδρόμου. Μας προσπερνά και όντας στον διάδρομο αρχίζει και παίρνει κάμψεις υπό κλίση καθώς τα χέρια του ακουμπούν εκεί που οι άλλοι τοποθετούν τα πόδια τους αφού κάθονται στις θέσεις. Στρέφω το κεφάλι, τον βλέπω και επιδοκιμάζω τις νέες γυμναστικές επιδείξεις με δυνατή φωνή που ίσως να έφτασε και στα αυτιά του σουρεαλιστή. Ωστόσο, εκείνος συνεχίζει απτόητος αν και τώρα πραγματοποιεί μια παραλλαγή της άσκησης καθώς εκτελεί κάμψεις σχεδόν κάθετες έχοντας τα χέρια του στους στύλους του λεωφορείου. Το συναίσθημα που νιώθω είναι απερίγραπτο. Θέλω να πάω να του σφίξω το χέρι, αλλά φοβάμαι μήπως αποσυντονιστεί και χάσει την αυτοσυγκέντρωσή του. Οι υπόλοιποι επιβάτες μένουν έκπληκτοι ή αδιάφοροι από την εικαστική δράση.
Θεωρώ τουλάχιστον συμπτωματική, αν όχι καρμικά ευεργετική σύμπνοια, τη συνάντησή μου με το εν λόγω άτομο που, διόλου απίθανο, μπορεί να είναι το ίδιο άτομο που έπαιρνε κάμψεις στο πεζοδρόμιο. Ίσως αυτός ο άνθρωπος να ήρθε να μου αλλάξει τη ζωή. Να μου διδάξει την απελευθέρωση, την αυθόρμητη και ενστικτώδη δράση, έξω από κανόνες, στεγανά και μικρά πρέπει. Κι εγώ ο μικρός κι ανίδεος, ανίκανος να παρακολουθήσω το μεγαλείο της αυτόματης πράξης, κατέβηκα στη στάση. Ίσως αυτό το ποστ να είναι μια ένδειξη ή έστω η αρχή… Ίσως να έφτασε επιτέλους η ώρα να δημιουργήσω τον Α.Σ.Σ.Α.Π.Κ. (Ανεξάρτητο Σουρεαλιστικό Σύλλογο Ατόμων που Παίρνουν Κάμψεις)…

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

Πρόκληση


Σε προκαλώ: να βγάλεις τα ελατήρια του καναπέ σου και να τα φας με μπόλικη κέτσαπ
ν' ανοίξεις την τηλεόρασή σου και να ρουφήξεις τα καλώδιά της ένα ένα κι ύστερα να πετάξεις το άδειο κουτί απ' το μπαλκόνι
να κατεβάσεις όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης σου και να τους κάνεις ράθυμο ή βίαιο έρωτα
να βγεις στους δρόμους και να μοιράσεις τους νευρώνες του εγκεφάλου σου στους περαστικούς
ν' απαγάγεις κάθε σου λέξη πριν βγει από το βρώμικο στόμα σου
να παλέψεις με τα πρέπει, τα ποτέ, τα πάντα και τα δεν
να διασταυρώσεις το μνησίκακο βλέμμα σου μ' εκείνο των διανοούμενων, το αυτάρεσκα άδειο
να εξερευνήσεις την πόλη που απεχθάνεσαι και που θα σκότωνες με ευχαρίστηση
να παίξεις κλέφτες κι αστυνόμους με τα παγκάκια και τους φανοστάτες
να σταματήσεις να καθρεφτίζεις τα όνειρά σου στην οθόνη του ΑΤΜ
να γεμίσεις τις πλαστικές σακούλες του σούπερ μάρκετ με αναμνήσεις βιολογικής καλλιέργειας
να καλλιεργήσεις μεγάλες προσδοκίες για το είναι σου που δεν θα ευδοκιμήσουν
να λατρέψεις σαν θεό σου την πέτρα που επιπλέει στο νερό
να εξυμνήσεις το λογοτεχνικό λούμπεν προλεταριάτο απ' το οποίο προέρχεσαι
να υπηρετήσεις μια τέχνη αγέννητη σαν νεαρός ιερέας Μάγια
ν' αγγίξεις με τις ρώγες των δακτύλων σου τους πίνακες του Picabia
να βάλεις τρικλοποδιά στο Γυμνό που κατεβαίνει μια σκάλα του Duchamp
να δραπετεύσεις απ' τον εφιάλτη σου βλέποντας ένα νέο όνειρο...

Ε.Α. 6-12-2011

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

Το παιχνίδι


Κυκλοφορεί καθημερινά με λεωφορείο γιατί με αυτό επιλέγει να μετακινείται στην εργασία του. Πάλι καλά που έχει εργασία τέτοιες εποχές, γιατί οι περισσότεροι φίλοι του (ίσως απλά γνωστοί του) δεν έχουν αυτό το προνόμιο. Σκέφτεται ότι και μόνο η σκέψη ότι πρόκειται για προνόμιο τον κάνει να νιώθει ενοχές. Κατά τη διάρκεια λοιπόν όλων αυτών των καθημερινών του μετακινήσεων έρχεται σε οπτική (κάποιες φορές και σε υποτυπώδη σωματική) επαφή με δεκάδες άγνωστες φυσιογνωμίες, άγνωστους ανθρώπους. Σκέφτεται ότι μπορεί να πρόκειται για άγνωστους ποιητές, για άσημους συγγραφείς, για κακόμοιρους βιβλιοπώλες, για αιώνιους ή μη φοιτητές, για ανθρώπους του μόχθου σίγουρα στην πλειονότητά τους, για φτωχούς μη διαπλεκόμενους καθηγητές, για άπορους (αν υπάρχουν τέτοιοι) γιατρούς, για πωλήτριες, για δικηγορίσκους εν μαθητεία, για άνεργους σε αναζήτηση εργασίας, για ανέμελους ή επιμελείς μαθητές και μαθήτριες, για ασήμαντους οικοδόμους, για ποικίλους εργάτες, για κουρασμένους συνταξιούχους, για περήφανους απόστρατους, για θελκτικές κομμώτριες, για αποτυχημένους επιχειρηματίες, για ατίθασους εραστές που οδηγούνται τυφλά στο ταίρι τους και τόσους, μα τόσους άλλους... Σκέφτεται ότι πρόκειται για την κάστα των λεωφορείων, μια πολύχρωμη, πολυσύνθετη, πολυδιάστατη, ετερόκλητη και ετερογενή ομάδα πολιτών που επιλέγουν την ίδια περίπου ώρα να μετακινηθούν με το ίδιο μέσο μαζικής μεταφοράς. Παίζει πολλά διαφορετικά παιχνίδια εν αγνοία των συνταξιδιωτών του, όλα μέσα στο κεφάλι του φυσικά και όλα με την ανιδιοτελή και ασυνείδητη συνεισφορά τους, φυσικά. Θα αποκαλύψω ένα από αυτά. Όταν μπαίνει κάποιος μέσα στο λεωφορείο και κρατάει στα χέρια του ένα οποιοδήποτε έγγραφο βάζει στοίχημα μαζί του ότι θα καταφέρει να δει τι ακριβώς είναι αυτό. Όσο κι αν προσπαθούν οι κατά καιρούς ασύνειδοι συμπαίκτες του να του αποκρύψουν το πολύτιμο στοιχείο τους, να δυσχεράνουν το ήδη δύσκολο έργο της αποκάλυψης από πλευράς του, τις περισσότερες φορές βγαίνει νικητής. Όπως για παράδειγμα την τελευταία φορά που μπήκε ένας νεαρός, μάλλον φοιτητής, στο λεωφορείο και κρατούσε ένα βιβλίο πορτοκαλιού και λευκού χρώματος στη ράχη και στην περίμετρό του. Αν και ο φοιτητής διατηρούσε μια αρκετά μεγάλη απόσταση από αυτόν ήταν βέβαιος ότι επρόκειτο για το "Τούνελ" του Ερνέστο Σάμπατο. Έφερε στο μυαλό του την υπόθεση του βιβλίου και θυμήθηκε πως μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωσή του κατάλαβε ότι το είχε ερωτευτεί. Το βιβλίο αυτό καθεαυτό, τη γραφή του Σάμπατο, τη Μαρία Ιριμπάρνε Χάντερ.Θυμήθηκε ότι όπως έλεγε ο Σάμπατο, "υπάρχουν στην κοινωνία διαστρωματώσεις που σχηματίζονται από ανθρώπους με τα ίδια γούστα, και σ' αυτά τα στρώματα οι συμπτωματικές (;) συναντήσεις δεν είναι σπάνιες". Επέστρεψε στο παιχνίδι που όπως καταλαβαίνει κανείς είχε άγνωστο χρονικό ορίζοντα, ο οποίος καθοριζόταν αποκλειστικά και μόνο από τον συμπαίκτη του που ολοκλήρωνε το παιχνίδι κατεβαίνοντας στη στάση του. Ο συμπαίκτης φοιτητής τού έκρυβε με μαεστρία τον τίτλο του βιβλίου ώστε να τον αγχώνει όλο και πιο πολύ. Ωστόσο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του τελευταίου κατάφερε να επιβεβαιώσει την αρχική του υπόθεση. Επρόκειτο πράγματι για το Τούνελ. Η χαρά του ήταν ανείπωτη, αφενός γιατί κατάφερε να βρει το βιβλίο και αφετέρου διότι ένας μαθητής ή φοιτητής διάβαζε το Τούνελ, ή το πήγαινε στην ερωμένη του, ή το επέστρεφε στη δανειστική βιβλιοθήκη, δεν έχει και πολύ σημασία μεταξύ μας. Σημασία είχε ότι ο μικρός διάβαζε Σάμπατο, έναν από τους αγαπημένους του συγγραφείς. Πάντως λίγες μέρες αργότερα έπαιξε το ίδιο παιχνίδι και με μια μαθήτρια ή φοιτήτρια. Ήταν σε πολύ κοντινή απόσταση από αυτή με αποτέλεσμα να θεωρήσει το παιχνίδι εύκολο. Όπως αποδείχτηκε δεν ήταν καθόλου τέτοιο. Η φοιτήτρια διάβαζε καθιστή το βιβλίο πάνω στα καλλίγραμμα πόδια της και μάλιστα υπογράμμιζε με μολύβι τα σημεία που την ενδιέφεραν περισσότερο, ή της φαίνονταν περισσότερο σημαντικά ή θεωρούσε ότι θα της φαίνονταν χρήσιμα στο μέλλον. Είδε κάποιον άσχετο να κάθεται όρθιος πάνω από το κεφάλι της προσηλωμένης κοπέλας και να διαβάζει αδιάκριτα το βιβλίο της. Η φοιτήτρια με τις μαύρες μπότες και τις ψηλές κάλτσες δεν τον αντιλήφθηκε. Το παιχνίδι δεν ήταν καθόλου εύκολο τελικά. Η φοιτήτρια δεν ανασήκωνε το βιβλίο ούτε για πλάκα. Αυτός από την πλευρά του είχε την υπομονή να περιμένει έως την ύστατη στιγμή που θα σηκωνόταν για να κατέβει στη στάση της. Ωστόσο, πριν το κάνει προς τεράστια απογοήτευσή του πήρε το βιβλίο της, το έβαλε με αστραπιαίες κινήσεις στην τσάντα της και αφού έφτιαξε την κοντή μαύρη φούστα της σηκώθηκε να κατέβει. Είχε χάσει το παιχνίδι, δεν είχε καταφέρει να δει, να αντιληφθεί το βιβλίο της φοιτήτριας. Μόνο στοιχείο που συνέλεξε ήταν ότι η καστανομαλλούσα το είχε αγοράσει εκείνη την ίδια μέρα από το βιβλιοπωλείο Ιανός, αφού η ανάγνωση περιοριζόταν στις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Είχε χάσει και είχε συμβιβαστεί με την ήττα του, ωστόσο επρόκειτο για ένα πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι...