Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Αν ήμουν

Θέλω να καταργήσω την απόσταση
ανάμεσα στη γλώσσα και στα πράγματα
να λέω τραπέζι και να κουνιέται
η καρέκλα, να μιλώ για βάζο
και να εννοώ τη γυμνή αλήθεια...
Αν ήμουν ποίημα σίγουρα θα 'μουν
ένα του Mallarme,
αν ήμουν ταινία θα 'μουν μια
του Bunuel κι αν ήμουν
πίνακας θα προτιμούσα να 'μαι
του Magritte.
Η ζωή μου είναι η ποίηση του άλλου,
όλοι είναι ποιητές και η ποίησή μου
είναι η ποίηση του καθενός...
Αν γυρίσω πίσω θα δω το μπροστά
κι η γη δεν μου κρύβει κανέναν
παράδεισο ή κόλαση, μόνο μια
ζωή παραδομένη στην ψευδαίσθηση
της αίσθησης...

Ε.Α. 18-12-2013 

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

http://vimeo.com/76473877

Ο άλλος Εσύ… Ο άλλος Εγώ… Η πόλη των Άλλων…


Η τηλεοπτική εκπομπή «Μέσα Στην Πόλη Των Άλλων» συλλέγει ιστορίες της καθημερινότητας, αυθόρμητα, όπως γίνεται σε μια συζήτηση μεταξύ φίλων και καταγράφει την αφήγηση της πιο ωραίας ιστορίας. 


Γιατί όπως είχε πει κι ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες,«ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας μπορεί να ξεκίνησε με τρόπο τετριμμένο, από την ψιλοκουβέντα των καφενείων».


Μια ιδέα και εκτέλεση των Χρήστου Κατσικογιώργου και Στέργιου Φουρκιώτη.

Κάθε Τρίτη στις 20:15 και επανάληψη Τετάρτη στις 13.50 στη Δημοτική Τηλεόραση Θεσσαλονίκης (TV100).

*Ευχαριστούμε τους MIKRO και τον Νίκο Μοδιώτη για την ευγενική παραχώρηση του μουσικού κομματιού "Just Another Day".


http://vimeo.com/76473877

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Y ahora que?

Και τώρα τι;
Τώρα που οι αδαείς γύρισαν το πλευρό τους
στην περιφερόμενη και φρικιαστική άγνοιά τους,
τώρα που οι κομπάρσοι έμαθαν το ρόλο του πρωταγωνιστή,
τώρα που οι γυναίκες-φόνισσες κατέληξαν ότι το έγκλημα
είναι το δεύτερο σαρκίο τους,
τώρα που οι γυμνασμένοι αερολόγοι
πνίγηκαν από το ίδιο τους το οξυγόνο,
τώρα που οι ποιητές κατέβασαν τ’ αστέρια
τα πήραν στα χέρια τους και τα ‘καναν μια χαψιά,
τώρα που η απόλυτη πανίδα του κενού
βαδίζει θριαμβευτικά προς τον θάνατο,
τώρα που αγωνιωδώς ξανανακαλύψαμε τη ζωή,
τώρα που το μηδέν δημιούργησε το μηδέν μας,
τώρα που οι Φιτζέραλντς και Χέμινγουεϊς συμφιλιώθηκαν,
τώρα που το μαύρο πάνθεον της λογοτεχνίας
δεν μας ορίζει, δεν μας εξηγεί και δεν μας προστρέχει,
τώρα που η φήμη μας δεν είναι τίποτε άλλο από ένα όνειρο,
τώρα που οι γερομπάσταρδοι και γεροδιάβολοι
αναδείχθηκαν σε τιμωρούς θεούς μας
που πάνω στο κρεβάτι τούς ζητούμε να μας κακοποιήσουν,
τώρα που η ελίτ ανακηρύχτηκε σε κότα που γεννά σάπια χρυσά αυγά,
τώρα που εξοριστήκαμε στο σπίτι μας σαν ήρωες του Κάφκα,
τώρα που ζούμε χωρίς νοσταλγία για το μέλλον μας,
το οποίο έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει,
τώρα που η μοναξιά μας έγινε η πιο πρόστυχη
και πολλά υποσχόμενη ερωμένη μας,
τώρα που τα μάτια μας αγωνιούν
μήπως και δουν το χιόνι της καρδιάς τους,
τώρα που οι κουρελήδες είναι η καταδίκη μας,
τώρα που τα μυστικά μας δεν έχουν πού να κρυφτούν…
Και τώρα τι;
Ε.Α. 24-1-2013

CuRfeW

Κατά τη διάρκεια των διακοπών μου, κάθισα και παρακολούθησα ένα φιλμάκι μικρού μήκους, της περυσινής χρονιάς, του σκηνοθέτη Shawn Christensen, με τίτλο Curfew. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα αντιληφθεί πως πρόκειται για ταινία μ.μ. και όταν μετά από είκοσι λεπτά, που με καθήλωσαν, είδα τους τίτλους τέλους, ένιωσα μια μεγάλη απογοήτευση. Όχι γιατί το φιλμάκι δεν ήταν σπουδαίο, με εξαιρετική σκηνοθετική ματιά και αρκούντως απαιτητικές και στιβαρές ερμηνείες, αλλά γιατί κράτησε μόνο τόσο λίγο. Είχα την αίσθηση, αν όχι την πεποίθηση, ότι θα μπορούσε να γίνει μια ταινία μεγάλου μήκους… Είναι, μάλλον, σαν τις όμορφες στιγμές της ζωής μας, που πάντα διαρκούν λίγο, και αυτό το αντιλαμβανόμαστε αφού τελειώσουν. Όπως και να ‘χει, συνιστώ ανεπιφύλακτα να δείτε την εν λόγω ταινιούλα. Αν και σκοτεινή, εκπέμπει μια υφέρπουσα αισιοδοξία και αποτελεί μια φιλοσοφική διερεύνηση του αιώνιου ερωτήματος: Να ζει κανείς, ή να μη ζει…

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Νομίζω


Νομίζω ότι σε είδα απ’ το φινιστρίνι του αεροπλάνου
να ξεδιαλέγεις σύννεφα
κι εσύ έκανες πως δεν με είδες
και συνέχισες το έργο σου.
Νομίζω ότι σε είδα σ’ εκείνο το βιβλιοπωλείο
να ερωτοτροπείς με βιβλία… ήρωες… συγγραφείς
κι έκανες πάλι πως δε με είδες
συνεχίζοντας να ψηλαφίζεις τις ρόγες.
Νομίζω ότι σε είδα σ’ εκείνο το σινεμά
πίσω απ’ τη μεγάλη οθόνη
να υποδύεσαι τον εαυτό σου με μεγάλη αποτυχία
κι υποκρίθηκες ξανά πως δεν με είδες
πιστή στο ρόλο που σε τάξανε.
Νομίζω ότι σε είδα πάνω σ’ εκείνο το ποδήλατο
να τριγυρνάς στην ξεχασμένη γειτονιά μου
κι ήταν τότε που σου έβαλα φωνή
μα εσύ δεν άκουσες, τάχα δεν άκουσες.
Νομίζω ότι σε είδα σε μια γνώριμη ακτή
να υφαίνεις τα σιδερένια κύματα
και με είδες, και μου φώναξες, μα εγώ δεν
άκουσα, γιατί ήμουν κάποιος άλλος.

Ε.Α.
1-6-2012

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Άλλη μια ανεξάρτητη σουρεαλιστική εικαστική παρέμβαση (σίγουρα όχι και τελευταία)



Όταν γίνομαι – τυχαία πάντα – αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας μιας σουρεαλιστικής ανεξάρτητης εικαστικής παρέμβασης, ενώ γνωρίζω εκ των προτέρων ότι αργά ή γρήγορα θα γράψω κάτι γι’ αυτήν, σχεδόν ποτέ αυτό δεν γίνεται άμεσα. Πάντα ή σχεδόν πάντα μεσολαβεί κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα. Είναι σαν να περιμένω η παρέμβαση αυτή να ωριμάσει μέσα μου, να μεγαλώσει και να με κατακλύσει τόσο που να μην μπορώ πλέον να την κρατήσω για τον εαυτό μου και να αποφασίσω τελικά να την επικοινωνήσω με το ανύπαρκτο…

Μάλλον οι περισσότεροι σουρεαλιστές αυτής της πόλης κινούνται με λεωφορεία. 
Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά είναι μια πραγματικότητα. Μπορεί και να ‘ναι επειδή εγώ συγχρωτίζομαι με πολύ κόσμο μόνο μέσα σε λεωφορεία. Ο τύπος είναι μοναδικός. Μπαίνει από την πίσω πόρτα του λεωφορείου και κινούμενος με απίστευτη ταχύτητα ξεκινά την ομολογουμένως ευφάνταστη σουρεαλιστική του παρέμβαση. Ξεκινά λοιπόν να περνά στον διάδρομο του λεωφορείου και να παίρνει από τα χέρια των επιβατών τα εισιτήρια, ως άλλος ελεγκτής. Μόνο που ο άνθρωπος, απλά, δεν είναι ελεγκτής. Οι κινήσεις του είναι αστραπιαίες με αποτέλεσμα να μην αφήνει κανένα περιθώριο αντίδρασης στους συμμετέχοντες (ερήμην τους πάντα) στη διαδικασία επιβάτες. Σαν να μη φτάνει η πρώτη κάθοδος από την πρύμνη στην πλώρη του λεωφορείου, αμέσως ξεκινά την αντίστροφη κίνηση. Κοιτάει ερευνητικά και με μεγάλη ανυπομονησία τα χέρια των επιβατών, δεν τους μιλάει, αλλά το βλέμμα του τους υποτάσσει, τους καθηλώνει και τους αναγκάζει να του δώσουν το εισιτήριό τους, αν δεν τους το πάρει ο ίδιος μέσα από τα έκπληκτα και αδρανή δάχτυλα. Οι αντιδράσεις των επιβατών είναι μετρημένες, φοβισμένες και μουδιασμένες. Τον κοιτούν άλλοτε με απόγνωση, άλλοτε με απάθεια ή εμπάθεια και άλλοτε με συγκατάβαση. Ο σουρεαλιστής ελεγκτής μαζεύει όλα τα εισιτήρια στα χέρια του και στην πρώτη στάση κατεβαίνει και γίνεται καπνός.

Στα μάτια των περισσότερων επιβατών αντικρίζω την απόδοση αυτής της κίνησης σε παρανοϊκά κίνητρα. Έχουμε μάθει από το σχολείο, την οικογένεια και τον κοινωνικό μας περίγυρο να αποδίδουμε τις διαφορετικές συμπεριφορές, εκείνες που δεν συνάδουν με το καθώς πρέπει, σε παράλογα όντα που η λογική τους αποκαλείται τρέλα. Ε, όχι λοιπόν. Δεν είναι αυτά τα όντα τρελά. Όλοι οι υπόλοιποι είμαστε τρελοί και ανόητοι που δεν έχουμε τη στοιχειώδη αντίληψη για να ανεχτούμε το διαφορετικό, εκείνο που δεν συμπλέει αρμονικά με το κύμα, αλλά κινείται αντίθετα, κυκλικά, καμπύλα, σπειροειδώς ή και τυχαία μέσα στον ωκεανό της τυχαιότητας. Η αγάπη δεν γεννιέται με αποκλεισμούς και αφορισμούς, παρά μόνο με κατανόηση, αποδοχή και αλληλεγγύη…

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Κολάζ


Τι κοινό μπορεί να έχει ο Χαρούκι Μουρακάμι και συγκεκριμένα το "Σπούτνικ αγαπημένη" με ένα τριήμερο στη Ρόδο, έναν... καμένο ταξιτζή, έναν απίθανο ζωγράφο και έναν ατελέσφορο αποχαιρετισμό;

27-2-2012. Καθαρά Δευτέρα. Μόνος στο αεροδρόμιο της Ρόδου περιμένοντας την πτήση μου για Θεσσαλονίκη. Έξω βρέχει καταρρακτωδώς, κι αυτή η βροχή με τον καταραμένο ήχο και την καταθλιπτική εικόνα της μοιάζει να επιβαρύνει ad hoc τη βαριά καρδιά μου. Εκείνη μ' έχει αποχαιρετήσει ακόμη μια φορά κι εγώ νιώθω άδειος, κενός, δίχως νόημα, δίχως ύπαρξη, όπως ένα κρύο όπλο δίχως σφαίρες στη θαλάμη του. Ο ουρανός είναι μουντός, τα σύννεφα κινούνται με πολύ μεγάλη ταχύτητα κι εγώ είμαι εδώ και τα κοιτάζω επίμονα. Διαβάζω τη Σπούτνικ του Μουρακάμι. Σηκώνω το βλέμμα από το βιβλίο και τη βλέπω να με κοιτάζει επίμονα από τον αεροδιάδρομο, μέσα στη βροχή. Το πρόσωπό της καθησυχαστικό και ήρεμο είναι σαν να μου αποκαλύπτει ότι όλα τα πολύπλοκα μ' έναν μαγικό τρόπο πρόκειται να απλοποιηθούν. Πόσο δυσκολεύομαι να την πιστέψω...

Είχε προηγηθεί ένα τριήμερο στη Ρόδο με άσκοπες περιηγήσεις στην άδεια παλιά πόλη, ψάχνοντας τον τοπικό κινηματογράφο για να βρούμε τις ώρες προβολής του φιλμ που δεν θα βλέπαμε ποτέ. Ένα τριήμερο λουσμένο στον ήλιο και στα χαχανητά μας που αντηχούσαν στα δρομάκια του νησιού που τον χειμώνα μοιάζει να είναι το φάντασμα της Ρόδου. Η αλήθεια είναι ότι το φάντασμα μου αρέσει περισσότερο από το έκτρωμα της πολύβουης θερινής πραγματικότητας…

Πριν βγούμε το βράδυ, μέναμε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και χαζεύαμε τα προγράμματα των τοπικών καναλιών. Ώσπου αντικρίσαμε στην οθόνη μας τον ζωγράφο με την πλούσια μαύρη φουντωτή κόμη. Μας μαγνήτισε. Ο ζωγράφος από την Κάρπαθο ζούσε στη Ρόδο φιλοτεχνώντας τα πορτρέτα ντόπιων, περαστικών και τουριστών. Έδινε συνέντευξη, λοιπόν, την ώρα που ζωγράφιζε ένα ξανθό παιδάκι από φωτογραφία που του έδωσε η μητέρα του. Ανέλυε πόση ώρα του έπαιρνε για να κάνει έναν πίνακα, τις δυσκολίες της δουλειάς και τα συναφή, όταν το αυτί μας πήρε τη μητέρα του ξανθού αγγέλου που βρισκόταν στην πλάτη του ζωγράφου να διαμαρτύρεται αγγλιστί ότι ο ζωγραφικός πίνακας δεν είχε καμία σχέση με τη φωτογραφία του παιδιού. Τα χαχανητά μας σίγουρα ακουστήκαν και στους έξι ορόφους του ξενοδοχείου…

Η ώρα του αποχαιρετισμού είναι σαν ένα τεράστιο απειλητικό ζώο που ρίχνει τη βαριά σκιά του επάνω μας. Κάναμε τσεκ άουτ και περιμέναμε να έλθει το ταξί για να μας οδηγήσει στον ναό των τελευταίων δύο χρόνων μας: το αεροδρόμιο. Το ταξί έφτασε άμεσα, αλλά όταν το κοίταξα καλύτερα αντιλήφθηκα ότι το δεξί του μπροστινό φανάρι ήταν σπασμένο.

Ο ταξιτζής ήταν ένα άτομο που με μεγάλη δυσκολία μπορούσες να συνεννοηθείς μαζί του διότι ο λαιμός του ήταν εντελώς κλεισμένος. Εκείνη, με τη συνηθισμένη περιπαιχτική της διάθεση, τον ρώτησε, προσδίδοντας έναν σοβαρό και ειλικρινή τόνο στη φωνή της, αν ο λαιμός του έκλεισε εξαιτίας κάποιου γλεντιού. Ήταν η ερώτηση κλειδί. Ήταν η φράση που άνοιξε τον ασκό του Αιόλου. Ο ταξιτζής παρ' όλη την αδυναμία του να μιλήσει, άρχισε να μας εξιστορεί πώς την προηγούμενη μέρα ενεπλάκη σε τροχαίο με μια φοιτήτρια (υπ’ ευθύνη της φυσικά) – έτσι εξηγείται και το σπασμένο φανάρι – πώς του ζητά χρήματα για να αποκαταστήσει τις ζημιές που προκλήθηκαν στο μικρό της αμάξι, πώς χώρισε από την τεμπέλα γυναίκα του έπειτα από 25 χρόνια γάμου (ίσως και περισσότερα, δεν θυμάμαι), πώς βρήκε επιτέλους την αγάπη και τη συναισθηματική κάλυψη στη ζεστή αγκαλιά μιας Ρουμάνας, πώς μιλά τέσσερις ξένες γλώσσες, πώς αδυνατεί πλέον να δώσει χαρτζιλίκι στα παιδιά του λόγω οικονομικής κρίσης… Το σκηνικό που έχει στηθεί μέσα στο ταξί από την ώρα της αναχώρησης έως και την ώρα της άφιξης στο αεροδρόμιο είναι εξόχως σουρεαλιστικό, κι εμείς οι δυο δείχνουμε να ξεχνούμε το βάρος μας και συμμετέχουμε σ’ αυτό με όλη μας την ψυχή…

Το αεροπλάνο απογειώνεται με τις στάλες της βροχής να σχηματίζουν μικρά ακανόνιστα ρυάκια στο παράθυρο και στο πρόσωπό μου… Ο ήρωας του Μουρακάμι έχει φτάσει στο νησί και κοιτάζει το λαμπερό ροδίτικο τοπίο που ξετυλίγεται μπροστά του...