Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Νομίζω


Νομίζω ότι σε είδα απ’ το φινιστρίνι του αεροπλάνου
να ξεδιαλέγεις σύννεφα
κι εσύ έκανες πως δεν με είδες
και συνέχισες το έργο σου.
Νομίζω ότι σε είδα σ’ εκείνο το βιβλιοπωλείο
να ερωτοτροπείς με βιβλία… ήρωες… συγγραφείς
κι έκανες πάλι πως δε με είδες
συνεχίζοντας να ψηλαφίζεις τις ρόγες.
Νομίζω ότι σε είδα σ’ εκείνο το σινεμά
πίσω απ’ τη μεγάλη οθόνη
να υποδύεσαι τον εαυτό σου με μεγάλη αποτυχία
κι υποκρίθηκες ξανά πως δεν με είδες
πιστή στο ρόλο που σε τάξανε.
Νομίζω ότι σε είδα πάνω σ’ εκείνο το ποδήλατο
να τριγυρνάς στην ξεχασμένη γειτονιά μου
κι ήταν τότε που σου έβαλα φωνή
μα εσύ δεν άκουσες, τάχα δεν άκουσες.
Νομίζω ότι σε είδα σε μια γνώριμη ακτή
να υφαίνεις τα σιδερένια κύματα
και με είδες, και μου φώναξες, μα εγώ δεν
άκουσα, γιατί ήμουν κάποιος άλλος.

Ε.Α.
1-6-2012

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Άλλη μια ανεξάρτητη σουρεαλιστική εικαστική παρέμβαση (σίγουρα όχι και τελευταία)



Όταν γίνομαι – τυχαία πάντα – αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας μιας σουρεαλιστικής ανεξάρτητης εικαστικής παρέμβασης, ενώ γνωρίζω εκ των προτέρων ότι αργά ή γρήγορα θα γράψω κάτι γι’ αυτήν, σχεδόν ποτέ αυτό δεν γίνεται άμεσα. Πάντα ή σχεδόν πάντα μεσολαβεί κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα. Είναι σαν να περιμένω η παρέμβαση αυτή να ωριμάσει μέσα μου, να μεγαλώσει και να με κατακλύσει τόσο που να μην μπορώ πλέον να την κρατήσω για τον εαυτό μου και να αποφασίσω τελικά να την επικοινωνήσω με το ανύπαρκτο…

Μάλλον οι περισσότεροι σουρεαλιστές αυτής της πόλης κινούνται με λεωφορεία. 
Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά είναι μια πραγματικότητα. Μπορεί και να ‘ναι επειδή εγώ συγχρωτίζομαι με πολύ κόσμο μόνο μέσα σε λεωφορεία. Ο τύπος είναι μοναδικός. Μπαίνει από την πίσω πόρτα του λεωφορείου και κινούμενος με απίστευτη ταχύτητα ξεκινά την ομολογουμένως ευφάνταστη σουρεαλιστική του παρέμβαση. Ξεκινά λοιπόν να περνά στον διάδρομο του λεωφορείου και να παίρνει από τα χέρια των επιβατών τα εισιτήρια, ως άλλος ελεγκτής. Μόνο που ο άνθρωπος, απλά, δεν είναι ελεγκτής. Οι κινήσεις του είναι αστραπιαίες με αποτέλεσμα να μην αφήνει κανένα περιθώριο αντίδρασης στους συμμετέχοντες (ερήμην τους πάντα) στη διαδικασία επιβάτες. Σαν να μη φτάνει η πρώτη κάθοδος από την πρύμνη στην πλώρη του λεωφορείου, αμέσως ξεκινά την αντίστροφη κίνηση. Κοιτάει ερευνητικά και με μεγάλη ανυπομονησία τα χέρια των επιβατών, δεν τους μιλάει, αλλά το βλέμμα του τους υποτάσσει, τους καθηλώνει και τους αναγκάζει να του δώσουν το εισιτήριό τους, αν δεν τους το πάρει ο ίδιος μέσα από τα έκπληκτα και αδρανή δάχτυλα. Οι αντιδράσεις των επιβατών είναι μετρημένες, φοβισμένες και μουδιασμένες. Τον κοιτούν άλλοτε με απόγνωση, άλλοτε με απάθεια ή εμπάθεια και άλλοτε με συγκατάβαση. Ο σουρεαλιστής ελεγκτής μαζεύει όλα τα εισιτήρια στα χέρια του και στην πρώτη στάση κατεβαίνει και γίνεται καπνός.

Στα μάτια των περισσότερων επιβατών αντικρίζω την απόδοση αυτής της κίνησης σε παρανοϊκά κίνητρα. Έχουμε μάθει από το σχολείο, την οικογένεια και τον κοινωνικό μας περίγυρο να αποδίδουμε τις διαφορετικές συμπεριφορές, εκείνες που δεν συνάδουν με το καθώς πρέπει, σε παράλογα όντα που η λογική τους αποκαλείται τρέλα. Ε, όχι λοιπόν. Δεν είναι αυτά τα όντα τρελά. Όλοι οι υπόλοιποι είμαστε τρελοί και ανόητοι που δεν έχουμε τη στοιχειώδη αντίληψη για να ανεχτούμε το διαφορετικό, εκείνο που δεν συμπλέει αρμονικά με το κύμα, αλλά κινείται αντίθετα, κυκλικά, καμπύλα, σπειροειδώς ή και τυχαία μέσα στον ωκεανό της τυχαιότητας. Η αγάπη δεν γεννιέται με αποκλεισμούς και αφορισμούς, παρά μόνο με κατανόηση, αποδοχή και αλληλεγγύη…

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Κολάζ


Τι κοινό μπορεί να έχει ο Χαρούκι Μουρακάμι και συγκεκριμένα το "Σπούτνικ αγαπημένη" με ένα τριήμερο στη Ρόδο, έναν... καμένο ταξιτζή, έναν απίθανο ζωγράφο και έναν ατελέσφορο αποχαιρετισμό;

27-2-2012. Καθαρά Δευτέρα. Μόνος στο αεροδρόμιο της Ρόδου περιμένοντας την πτήση μου για Θεσσαλονίκη. Έξω βρέχει καταρρακτωδώς, κι αυτή η βροχή με τον καταραμένο ήχο και την καταθλιπτική εικόνα της μοιάζει να επιβαρύνει ad hoc τη βαριά καρδιά μου. Εκείνη μ' έχει αποχαιρετήσει ακόμη μια φορά κι εγώ νιώθω άδειος, κενός, δίχως νόημα, δίχως ύπαρξη, όπως ένα κρύο όπλο δίχως σφαίρες στη θαλάμη του. Ο ουρανός είναι μουντός, τα σύννεφα κινούνται με πολύ μεγάλη ταχύτητα κι εγώ είμαι εδώ και τα κοιτάζω επίμονα. Διαβάζω τη Σπούτνικ του Μουρακάμι. Σηκώνω το βλέμμα από το βιβλίο και τη βλέπω να με κοιτάζει επίμονα από τον αεροδιάδρομο, μέσα στη βροχή. Το πρόσωπό της καθησυχαστικό και ήρεμο είναι σαν να μου αποκαλύπτει ότι όλα τα πολύπλοκα μ' έναν μαγικό τρόπο πρόκειται να απλοποιηθούν. Πόσο δυσκολεύομαι να την πιστέψω...

Είχε προηγηθεί ένα τριήμερο στη Ρόδο με άσκοπες περιηγήσεις στην άδεια παλιά πόλη, ψάχνοντας τον τοπικό κινηματογράφο για να βρούμε τις ώρες προβολής του φιλμ που δεν θα βλέπαμε ποτέ. Ένα τριήμερο λουσμένο στον ήλιο και στα χαχανητά μας που αντηχούσαν στα δρομάκια του νησιού που τον χειμώνα μοιάζει να είναι το φάντασμα της Ρόδου. Η αλήθεια είναι ότι το φάντασμα μου αρέσει περισσότερο από το έκτρωμα της πολύβουης θερινής πραγματικότητας…

Πριν βγούμε το βράδυ, μέναμε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και χαζεύαμε τα προγράμματα των τοπικών καναλιών. Ώσπου αντικρίσαμε στην οθόνη μας τον ζωγράφο με την πλούσια μαύρη φουντωτή κόμη. Μας μαγνήτισε. Ο ζωγράφος από την Κάρπαθο ζούσε στη Ρόδο φιλοτεχνώντας τα πορτρέτα ντόπιων, περαστικών και τουριστών. Έδινε συνέντευξη, λοιπόν, την ώρα που ζωγράφιζε ένα ξανθό παιδάκι από φωτογραφία που του έδωσε η μητέρα του. Ανέλυε πόση ώρα του έπαιρνε για να κάνει έναν πίνακα, τις δυσκολίες της δουλειάς και τα συναφή, όταν το αυτί μας πήρε τη μητέρα του ξανθού αγγέλου που βρισκόταν στην πλάτη του ζωγράφου να διαμαρτύρεται αγγλιστί ότι ο ζωγραφικός πίνακας δεν είχε καμία σχέση με τη φωτογραφία του παιδιού. Τα χαχανητά μας σίγουρα ακουστήκαν και στους έξι ορόφους του ξενοδοχείου…

Η ώρα του αποχαιρετισμού είναι σαν ένα τεράστιο απειλητικό ζώο που ρίχνει τη βαριά σκιά του επάνω μας. Κάναμε τσεκ άουτ και περιμέναμε να έλθει το ταξί για να μας οδηγήσει στον ναό των τελευταίων δύο χρόνων μας: το αεροδρόμιο. Το ταξί έφτασε άμεσα, αλλά όταν το κοίταξα καλύτερα αντιλήφθηκα ότι το δεξί του μπροστινό φανάρι ήταν σπασμένο.

Ο ταξιτζής ήταν ένα άτομο που με μεγάλη δυσκολία μπορούσες να συνεννοηθείς μαζί του διότι ο λαιμός του ήταν εντελώς κλεισμένος. Εκείνη, με τη συνηθισμένη περιπαιχτική της διάθεση, τον ρώτησε, προσδίδοντας έναν σοβαρό και ειλικρινή τόνο στη φωνή της, αν ο λαιμός του έκλεισε εξαιτίας κάποιου γλεντιού. Ήταν η ερώτηση κλειδί. Ήταν η φράση που άνοιξε τον ασκό του Αιόλου. Ο ταξιτζής παρ' όλη την αδυναμία του να μιλήσει, άρχισε να μας εξιστορεί πώς την προηγούμενη μέρα ενεπλάκη σε τροχαίο με μια φοιτήτρια (υπ’ ευθύνη της φυσικά) – έτσι εξηγείται και το σπασμένο φανάρι – πώς του ζητά χρήματα για να αποκαταστήσει τις ζημιές που προκλήθηκαν στο μικρό της αμάξι, πώς χώρισε από την τεμπέλα γυναίκα του έπειτα από 25 χρόνια γάμου (ίσως και περισσότερα, δεν θυμάμαι), πώς βρήκε επιτέλους την αγάπη και τη συναισθηματική κάλυψη στη ζεστή αγκαλιά μιας Ρουμάνας, πώς μιλά τέσσερις ξένες γλώσσες, πώς αδυνατεί πλέον να δώσει χαρτζιλίκι στα παιδιά του λόγω οικονομικής κρίσης… Το σκηνικό που έχει στηθεί μέσα στο ταξί από την ώρα της αναχώρησης έως και την ώρα της άφιξης στο αεροδρόμιο είναι εξόχως σουρεαλιστικό, κι εμείς οι δυο δείχνουμε να ξεχνούμε το βάρος μας και συμμετέχουμε σ’ αυτό με όλη μας την ψυχή…

Το αεροπλάνο απογειώνεται με τις στάλες της βροχής να σχηματίζουν μικρά ακανόνιστα ρυάκια στο παράθυρο και στο πρόσωπό μου… Ο ήρωας του Μουρακάμι έχει φτάσει στο νησί και κοιτάζει το λαμπερό ροδίτικο τοπίο που ξετυλίγεται μπροστά του...

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Νέα ανεξάρτητη σουρεαλιστική εικαστική παρέμβαση



Το προηγούμενο ποστάρισμα αναφέρεται σε μια ανεξάρτητη σουρεαλιστική εικαστική παρέμβαση εν μέσω δρόμου στην οποία έτυχε-έκατσε να είμαι αυτόπτης μάρτυρας. Ξέρεις σαν όλους εκείνους τους ανόητους που πέφτουν από τα σύννεφα. Αν διάβασες το ποστ θα κατάλαβες ότι όχι μόνο από τα σύννεφα δεν έπεσα, αλλά αντίθετα ανέβηκα στα ζουμερά αυτά λευκά βαμβακερά κρεατοσφαιρίδια από τη χαρά μου και συνάμα συγκίνησή μου (καμία σχέση με χαρμολύπη) που είδα αυτόν τον άνθρωπο-όνειρο επί τω ανθρωπάρεστο έργω.
Τις προάλλες, λοιπόν, η ειμαρμένη, η τυχαιότητα, η συμπαντική ατέλεια (βάφτισέ τη όπως θες) έφερε στον δρόμο μου ακόμη έναν άξιο απόγονο όλων των απανταχού σουρεαλιστών, υπορεαλιστών, παραρεαλιστών, ενστικτορεαλιστών και δε συμμαζεύεται, ζώντων τε και τεθνεώτων. Και αυτή τη φορά ο τύπος δεν ήταν έξω από το λεωφορείο. Αυτή τη φορά ήταν μέσα στο λεωφορείο. Περιγράφω τη σκηνή [την οποία μπορεί να επιβεβαιώσει και η Χ. που ήταν μαζί μου (για όποιον κακόβουλο και άπιστο Θωμά διατηρεί επιφυλάξεις)]. Ετοιμάζομαι μαζί με τη Χ. να κατέβουμε από το λεωφορείο. Έχουμε πατήσει το κίτρινο κουμπί, όταν από την πλώρη του λεωφορείου βλέπουμε έναν άνθρωπο να κατευθύνεται προς το μέρος μας μέσω του διαδρόμου. Μας προσπερνά και όντας στον διάδρομο αρχίζει και παίρνει κάμψεις υπό κλίση καθώς τα χέρια του ακουμπούν εκεί που οι άλλοι τοποθετούν τα πόδια τους αφού κάθονται στις θέσεις. Στρέφω το κεφάλι, τον βλέπω και επιδοκιμάζω τις νέες γυμναστικές επιδείξεις με δυνατή φωνή που ίσως να έφτασε και στα αυτιά του σουρεαλιστή. Ωστόσο, εκείνος συνεχίζει απτόητος αν και τώρα πραγματοποιεί μια παραλλαγή της άσκησης καθώς εκτελεί κάμψεις σχεδόν κάθετες έχοντας τα χέρια του στους στύλους του λεωφορείου. Το συναίσθημα που νιώθω είναι απερίγραπτο. Θέλω να πάω να του σφίξω το χέρι, αλλά φοβάμαι μήπως αποσυντονιστεί και χάσει την αυτοσυγκέντρωσή του. Οι υπόλοιποι επιβάτες μένουν έκπληκτοι ή αδιάφοροι από την εικαστική δράση.
Θεωρώ τουλάχιστον συμπτωματική, αν όχι καρμικά ευεργετική σύμπνοια, τη συνάντησή μου με το εν λόγω άτομο που, διόλου απίθανο, μπορεί να είναι το ίδιο άτομο που έπαιρνε κάμψεις στο πεζοδρόμιο. Ίσως αυτός ο άνθρωπος να ήρθε να μου αλλάξει τη ζωή. Να μου διδάξει την απελευθέρωση, την αυθόρμητη και ενστικτώδη δράση, έξω από κανόνες, στεγανά και μικρά πρέπει. Κι εγώ ο μικρός κι ανίδεος, ανίκανος να παρακολουθήσω το μεγαλείο της αυτόματης πράξης, κατέβηκα στη στάση. Ίσως αυτό το ποστ να είναι μια ένδειξη ή έστω η αρχή… Ίσως να έφτασε επιτέλους η ώρα να δημιουργήσω τον Α.Σ.Σ.Α.Π.Κ. (Ανεξάρτητο Σουρεαλιστικό Σύλλογο Ατόμων που Παίρνουν Κάμψεις)…